Polecamy:
Darmowe typy bukmacherskie - analizy, darmowe typy.
Strona g³σwna -
Grecki - angielski - strona 1
Grecki - angielski
Lista s³σw:
ηγουμενικός - abbatial
ηγουμένη - abbess
μονή, αβαείο, μοναστήριο - abbey
ηγόυμενος - abbot
ηγουμενία - abbotship
συντομεύω - abbreviate
συντομευμένος - abbreviated
παραιτούμαι από το θρόνο - abdicate
στομάχι, κοιλιά - abdomen
κοιλιακός, γαστρικός - abdominal
κοιλιακή χώρα - abdominal cavity
απάγω - abduct
εγκάρσια - abeam
στο κρεβάτι - abed
παρεκκλίνων, διεστρεμμένος - aberrant
αποκλίνω - aberrate
παρέκκλιση, παρεκτροπή - aberration
υποβοηθώ - abet
υποβοηθούμενος - abetted
υποβοήθηση - abetting
υποκινητής - abettor
εκκρεμότητα, αναβολή - abeyance
εκκρεμής, λανθάνων - abeyant
σιχαίνομαι, απεχθάνομαι - abhor
απεχθής - abhorred
απεχθής, αποτροπιαστικός - abhorrent
εμμένω - abide
διαρκής, μόνιμος - abiding
ικανότητες - abilities
ικανότητα - ability
άθλιος, ταπεινός - abject
αποκηρύσσω, εξομώνω, απαρνούμαι - abjure
αφαιρώ - ablate
αποκόμιση - ablation
αφαιρετική - ablative
φλεγόμενος - ablaze
ικανός - able
νίψιμο, πλύσιμο - ablution
ικανά - ably
αποκήρυξη - abnegation
ανώμαλος - abnormal
ανώμαλα - abnormally
στο τρένο, στο αεροπλάνο - aboard
κατοικία - abode
καταργώ - abolish
κατάργηση, κατάλυση - abolition
απεχθής, εναγής - abominable
απεχθάνομαι - abominate
απέχθεια, σίχαμα - abomination
γηγενής, ιθαγενής - aboriginal
ιθαγενής - aborigine
αποβάλλω, ματαιώνω - abort
έκτρωση, άμβλωση - abortion
κάποιος που κάνει εκτρώσεις - abortionist
άκαρπος, ανεπιτυχής - abortive
αφθονώ - abound
περί, περίπου, για - about
άνω, πάνω από - above
πάνω απ'όλα - above all
πάνω από το κεφάλι σου - above your head
καθαρός, νόμιμος, ανοικτός - aboveboard
που βρίσκεται πάνω από την γη - aboveground
άνω αναφερόμενος - abovementioned
τρίβω, λειαίνω - abrade
απόξεση, φθορά, τριβή, αμυχή - abrasion
αντοχή στην τριβή - abrasion resistance
τριπτικός, τραχύς, αποξεστικός - abrasive
απελευθερώνω με ψυχανάλυση - abreact
παράπλευρα, ενήμερος - abreast
συντομεύω - abridge
Nastκpna strona